ἐριδμαίνω

ἐριδμαίνω,
A = ἐρεθίζω, to provoke to strife, irritate,

σφήκεσσιν ἐοικότες.. οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν Il.16.260

.
II intr., = ἐριδαίνω, contend, A.R.3.94 ; of friendly rivalry, Mosch.2.69 ;

διάτι APl.4.297

;

ἐριδμαίνεσκε χροῆς ὕπερ Nic.Al.407

;

περὶ νίκης Nonn.D.37.490

: c. inf.,

φιλήματος ἄκρα φέρεσθαι Theoc.12.31

.
2 c. dat., contend against, Nonn.D.7.355, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐριδμαίνω — to provoke to strife pres subj act 1st sg ἐριδμαίνω to provoke to strife pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εριδμαίνω — ἐριδμαίνω (Α) 1. ερεθίζω («σφήκεσσιν... οὓς παῑδες ἐριδμαίνουσιν», Ομ. Ιλ.) 2. φιλονεικώ, ερίζω, εριδαίνω 3. κινώ σε φιλονεικία 4. (με δοτ.) συναγωνίζομαι, αμιλλώμαι φιλικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερις (θ. εριδ ), αναλογικά προς τα ρήματα σε μαίνω (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • ἐριδμαίνει — ἐριδμαίνω to provoke to strife pres ind mp 2nd sg ἐριδμαίνω to provoke to strife pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνοντα — ἐριδμαίνω to provoke to strife pres part act neut nom/voc/acc pl ἐριδμαίνω to provoke to strife pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνουσι — ἐριδμαίνω to provoke to strife pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐριδμαίνω to provoke to strife pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνουσιν — ἐριδμαίνω to provoke to strife pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐριδμαίνω to provoke to strife pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνειν — ἐριδμαίνω to provoke to strife pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνεις — ἐριδμαίνω to provoke to strife pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνεσκε — ἐριδμαίνω to provoke to strife imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνεσκεν — ἐριδμαίνω to provoke to strife imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριδμαίνοντας — ἐριδμαίνω to provoke to strife pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.